Τα πόδια κολλούν στην άσφαλτο, βαραίνουν τα βήματα και η Αθήνα σε απωθεί.
Γυρνάς το βλέμμα κι αλλάζεις εικόνες.
Πίσω σου ο Ιερός Βράχος, κι απο κάτω ένα αναλλοίωτο κομμάτι ευαισθησίας και ανθρώπινης συνύπαρξης!
Τα βήματα αποκτούν φτερωτά πέλματα!
Ο ανήφορος γίνεται ροδοπερπατημένος και ακούραστα ανεβαίνεις.
Η ψυχή γαληνεύει, η ανάσα γίνεται ανάλαφρη, τα μάτια χορταίνουν ομορφιά, χρώμα, ζυγιάζουν τις διαστάσεις των σπιτιών , ανοίγουν τις ξύλινες ξώπορτες, χτυπώντας τα μεταλλικά ρόπτρα.
Απο πίσω ανοίγουν κόσμοι μαγικοί, που κλείνουν απέξω την κακογουστιά και την ασχήμια της Πόλης, που απάνθρωπα μεταμορφώσαμε.
Απο πίσω ανοίγουν κόσμοι μαγικοί, που κλείνουν απέξω την κακογουστιά και την ασχήμια της Πόλης, που απάνθρωπα μεταμορφώσαμε.
Η Πλάκα δεν είναι Αθήνα.
Είναι ένα ξεχωριστό βασίλειο, το βασίλειο της καρδιάς μας!
Αλαφροΐσκιωτη κάτω από το ιερό βάρος, απλή , πλουμιστή κι ανθρώπινη.
Την πατάς κι ανασαίνεις, σαν να μην σε πνίγει το καυσαέριο της πόλης δίπλα.
Μια γειτονιά όχι πια των Θεών, απλά θεϊκή, γιατί κάποιος την προστάτεψε στην κατρακύλα της, εμπόδισε την πλήρη αλλοτρίωση της και μας την παρέδωσε πίσω ως ανάσα ζωής.
Δώρο, που χρειάζεται προστασία.
Ανεβήκαμε με το Μαράκι.
Κάθε φορά που έρχομαι ΑΘήνα, είναι ο απαραίτητος περίπατος-προσκύνημα σ' άγιο τόπο.
Περπατώ ξανά τους ίδιους δρόμους και τους αντιλαμβάνομαι μ' άλλη οπτική, σταματώ στα ίδια στέκια,απολαμβάνω τα ίδια πράγματα κι αντλώ νέα συναισθήματα!
Η πόλη χρωματίζεται από το συναίσθημα που εσύ της δίνεις, ανάλογα τη στιγμή και τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου.
Μυρίζω το λεπτό άρωμα του γιασεμιού, σαν πρωτομύριστο.
Ακουμπώ το σοβά των σπιτιών και αγγίζω τα χέρια των ανθρώπων που πέρασαν .
Κοιτώ τα χρώματα που βάφονται πιο έντονα στο φως του δειλινού και βουτώ στην απεραντοσύνη της φαντασίας
"ΠΛΑΚΑ" Ακουαρέλλα και σκιές με μαρκαδοράκι (by me) |




